Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Πώς οι γονείς μου με βοήθησαν να ξεπεράσω τον καρκίνο...



 Όταν η γιατρός είπε στους γονείς μου ότι το πιο πιθανόν είναι να πεθάνω, εγώ καθόμουν έξω από το ιατρείο, σε μια πολύχρωμη αίθουσα με παιδικές ζωγραφιές και παιχνίδια, βουλιαγμένη αναπαυτικά μέσα στον κίτρινο παραφουσκωμένο δερμάτινο καναπέ. Φορούσα λευκό μακρύ μπουφάν, τα μαλλιά μου έφταναν μέχρι τον ώμο, στα γόνατά μου είχα ένα μπλοκ ζωγραφικής και με ένα μαύρο μισοτελειωμένο στύλο προσπαθούσα να ενώσω τις τελείες ακολουθώντας την σειρά τον αριθμών. Ο χώρος μύριζε απολυμαντικό χεριών. 

Απέναντί μου, ένα μικροκαμωμένο αγοράκι με μάσκα στο πρόσωπο και καλώδια που ξεκινούσαν από το σώμα του και κατέληγαν σε μια κινητή κρεμάστρα ορών, έφτιαχνε παζλ. Βρισκόμουν στον 5ο όροφο του νοσοκομείου, στο ογκολογικό. Ήταν Ιανουάριος και τις τελευταίες 2 ώρες ο πυρετός είχε υποχωρήσει. Ήμουν 13 χρονών. 

Ύστερα από λίγο, βγήκαν και οι τρεις τους έξω. Η γιατρός με πλησίασε, έκατσε απέναντί μου σε ένα ροζ μικρό σκαμπό για τρίχρονα. «Αννούλα» ξεκίνησε. «H βιοψία έδειξε ότι έχεις κάτι πολύ σοβαρό και θα πρέπει να πάρεις μια βαριά θεραπεία που έχει κάποιες παρενέργειες». 

Οι γονείς μου είχαν κάτσει κοντά στην πόρτα ακριβώς κάτω από το γείσο όπως συνηθίζουμε να κάνουμε σε περιπτώσεις σεισμού. Μας κοιτούσαν ασάλευτοι. 

Εγώ παρέμεινα βουλιαγμένη αν και είχα αρχίσει να μην βολεύομαι πια. Άφησα το μπλοκ ζωγραφικής δίπλα. «Θα μου πέσουν τα μαλλιά;» ήταν το πρώτο πράγμα που ρώτησα. «Ναι θα πέσουν. Τα μαλλιά όμως ξαναβγαίνουν αυτό δεν είναι τίποτα» είπε. Οι γονείς μου δεν μίλησαν. «Σχολείο δεν θα μπορώ να πηγαίνω;» ήταν το δεύτερο πράγμα που ρώτησα. «Δυστυχώς όχι» είπε η γιατρός.

 Μετά δεν ρώτησα κάτι άλλο. Πάρα μόνο υπέμενα. Υπέμενα, χωρίς να ρωτάω, χωρίς να περιμένω κάτι συγκεκριμένο. 

Το σχήμα στο μπλοκ με τις τελείες δεν πρόλαβα να το τελειώσω, αν και ήξερα ήδη τι θα εμφανιζόταν. Ήταν μια πεταλούδα. 

Αυτό είναι ένα μίνι φλασμπάκ σε μια τεράστια περιπέτεια που έζησα στην εφηβεία μου. Μια στιγμιαία εικόνα από τη ζωή μου με καρκίνο όταν ήμουν παιδί. Θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες. 

Θα μπορούσα να μιλάω για φρικτούς πόνους, ανελέητους πυρετούς, τεράστιες σύριγγες να μπαινοβγαίνουν στο σώμα και να ρουφούν αίμα, κορτιζόνες, ανάλατα φαγητά, μια φυματίωση, χειρουργεία, πετσοκομμένους πνεύμονες, μοβ σπασμένες φλέβες από την κορφή του κεφαλιού έως τα νύχια. Για παιδιά στα διπλανά κρεβάτια που χτες γελούσαν και σήμερα δεν ζούσαν, για γιατρούς να συνεδριάζουν, γονείς να ουρλιάζουν, νοσοκόμους να τρέχουν και μωρά να σταματούν να αντέχουν, αλλά όχι τώρα.

Τώρα θα μιλήσω για δύο ξεχωριστούς ανθρώπους. Αυτούς τους δύο ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα μου σε αυτό το πολυτάραχο ταξίδι και που, παραμένοντας ατάραχοι, χωρίς να το καταλάβουν, με τον τρόπο τους βοήθησαν να τα καταφέρω. Θα μιλήσω για τους γονείς μου. 

Είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι καλό είναι να λέμε στα παιδιά όλη την αλήθεια. Τα παιδιά πρέπει να ξέρουν, να μη ζουν στην άγνοια, αν αύριο πεθάνουν πρέπει να το γνωρίζουν και είναι καλό να είναι προετοιμασμένα.

 Έχοντας υπάρξει το παιδί αυτό, που έπρεπε να παλέψει με τον θάνατο στη πιο αθώα και ξέγνοιαστη περίοδο της ζωής του, διαφωνώ. Τι θα με βοηθούσε, αν μου λέγανε την Τρίτη ότι την Πέμπτη «σε χαιρετάμε»; Τι όφελος μπορεί να είχε, αν άκουγα ότι το σώμα μου θα κατακρεουργηθεί; Έτσι κι αλλιώς, ξεκίνησα να βλέπω τις τρίχες στο μαξιλάρι μου νωρίς-νωρίς, καταλάβαινα τι γινόταν, μέσα μου τα ένιωθα όλα αυτά, δεν θα βοηθούσε πουθενά η επιβεβαίωση. 

Αντ' αυτού η μερική άγνοια μέσα στην οποία με άφησαν να ζω οι γονείς μου έκανε την αφύσικα βίαιη ζωή με καρκίνο λίγο πιο φυσιολογική. Το ότι με άφηναν να πηγαίνω βόλτες με τους φίλους μου, να τρέχω, να παίζω μπάλα, ενώ από τις μασχάλες και το στήθος μου έβγαιναν τεράστιοι σωλήνες που κατέληγαν σε τσάντες που μαζεύουν υγρό με βοήθησε να εστιάσω λιγότερο στο πρόβλημα. Στον πόνο. Στον φόβο. 

Δεν θυμάμαι ποτέ έντονο τρόμο στο βλέμμα τους, όσο απελπισμένοι κι αν ήταν το έκρυβαν, τόσο καλά που κάπως με καθησύχαζαν. Γελούσαμε, μαλώναμε, τρώγαμε ανάλατες κοτόσουπες, σχολιάζαμε την επικαιρότητα, αναλύαμε ανούσιες σκέψεις, κοινωνικοποιούμασταν με τα διπλανά κρεβάτια, διαβάζαμε για τα μαθήματα του σχολείου, αν και δεν πήγαινα. Το ογκολογικό είχε γίνει πλέον το σπίτι μας. 

Τις περιόδους που επέστρεφα σπίτι ξαναγίνονταν όλα φυσιολογικά. Tα τέσσερα αδέρφια μου μού συμπεριφέρονταν ακριβώς όπως πάντα. Παίζαμε μπάλα, τσακωνόμασταν, σπρωχνόμασταν, μου έτρωγαν το φαΐ, μου έκαναν πλάκα, μου πείραζαν τα καλώδια, έδειχναν να μην έχουν πάρει χαμπάρι την κρισιμότητα της κατάστασης. 

Οι γονείς μου δεν με υπερασπίζονταν σαν να είμαι αδύναμη, δεν έμπαιναν μπροστά όταν τραβούσα τα μαλλιά της αδερφής μου και εκείνη μου τραβούσε το μαντίλι. Όταν τα αδέρφια μου με πείραζαν που είχα γίνει σαν μπαλόνι από την κορτιζόνη, δεν είχα ούτε κανάκεμα, ούτε ιδιαίτερη μεταχείριση. Λύπηση πουθενά. Καρκίνος πουθενά. Ένιωθα τόσο ωραία. Ήμουν φυσιολογική. Υπήρχα όπως πάντα, απλώς ένα παιδί, με κάτι που ήρθε να του κάνει παρέα για κάποιο διάστημα και να του μάθει λίγο αλλιώς τη ζωή. 

Πολλές είναι οι αναμνήσεις που μπορώ να ανακαλέσω. Ωστόσο έχω συγκρατήσει τις λίγο πιο ιδιαίτερες απ' αυτές, όταν οι γονείς μου καθόρισαν με τη στάση τους την ψυχολογία μου ως ασθενούς. 

Σταδιακά, λοιπόν, άρχιζα να χάνω μαλλιά. Οι τρίχες πέφταν από το κεφάλι μου μέρα με τη μέρα. Δεν μου άρεσε αυτό που έβλεπα, αλλά δεν το έλεγα. 

Ένα πρωί, όπως κάθε πρωί, η μητέρα μου με έκανε μπάνιο. Κάποια στιγμή έκανε να μου λούσει τα μαλλιά, από το χέρι της έπεσαν τεράστιες τούφες και κατευθύνθηκαν στο σιφόνι της ντουζιέρας. Τις είδα, έκλεισα τα μάτια μου και δεν μίλησα. Αμέσως, η μητέρα μου είπε «Άννα, νομίζω ότι είναι ώρα να ξυρίσεις τα μαλλιά σου. Θα πάρω τώρα μια κομμώτρια να έρθει να σε κουρέψει». 

«Εντάξει» απάντησα με μια τεράστια ανακούφιση που δεν θα χρειαζόταν να έρχομαι αντιμέτωπη κάθε μέρα με αυτήν την επώδυνη απώλεια. 

Στο σχολείο είχα σταματήσει να πηγαίνω. Ήμουν πρώτη Γυμνασίου και είχα προλάβει να παρακολουθήσω μόνο την αρχή των μαθημάτων. Ήξερα ότι είχα χάσει όλη την ύλη αλλά ήθελα να πάω στο τέλος της χρονιάς να δώσω κι εγώ εξετάσεις. Οι γονείς μου είχαν πει ότι δεν χρειαζόταν να ανησυχώ γι' αυτό αλλά επέμενα να μου φέρουν τα βιβλία στο νοσοκομείο. Συμφώνησαν. 

Θυμάμαι, έτσι, κάθε βράδυ να περπατάω αργά με τη μάνα μου δίπλα να σέρνει το στατό με τους ορούς στον διάδρομο της κλινικής και να προσπαθώ να αποστηθίσω την Εποχή του Χαλκού και τον Ελληνορωμαϊκό Πολιτισμό. Βράδια που τα υπόλοιπα παιδιά κοιμόντουσαν και εγώ καθόμουν σε ένα καροτσάκι, κάτω από τα φώτα του διαδρόμου, αναγκάζοντας τους γονείς μου να μείνουν ξάγρυπνοι για να με εξετάσουν αρχαία. «Ίνα μη αναγκάζονται αποδειλίαν δια την των σωμάτων πονηρίαν», «ευ αγωνίζεσθαι» και τέτοια. Εκείνοι ξάγρυπνοι.

Μια άλλη φορά, μετά από ένα ακόμη πολύωρο χειρουργείο, είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι μου και η μητέρα μου με βοηθούσε να κατουρήσω στην πάπια. Πάλευε λίγο να με σηκώσει χωρίς να με πονέσει και υπομονετικά περίμενε ανέκφραστη, άυπνη και κουρασμένη με την πάπια στο χέρι. Γύρισα και της είπα «μαμά, μη φοβάσαι, εγώ και να πεθάνω, άγγελος θα γίνω». Τα μάτια της κάπως έλαμψαν και εγώ κουτσά στραβά κατούρησα στην πάπια. 

Ο πατέρας μου ήταν κι αυτός συνεχώς στο τρέξιμο. Πηγαινοερχόταν νοσοκομείο-σπίτι καθημερινά. Στήριγμα ουσιαστικό. Κατάφερνε να κρύβει καλά τον πανικό του και να με κάνει να γελάω, ακόμα κι όταν είχα εκρήξεις θυμού από την κορτιζόνη. Μου έφερνε βιβλία να διαβάζω, CD να ακούω στο CD player, μου έφερνε τα αδέρφια μου ή τους φίλους μου να τους δω. 

Κάθε φορά, μετά τις χημειοθεραπείες που με γύριζε με το αμάξι σπίτι, του ζητούσα σουβλάκι και πίτσα. Ήταν το πρώτο πράγμα που λαχταρούσα, μετά την αποστειρωμένη ανάλατη διατροφή του νοσοκομείου. Και κάθε φορά μου έπαιρνε, μαζί και στα αδέρφια μου, κι ας ήξερε ότι θα κάνω κατευθείαν εμετό από την απότομη έκθεση στο αλάτι. Τρώγαμε όλοι μαζί, χαιρόμασταν, μετά από λίγο εγώ έκανα εμετό, με σκούπιζαν κι συνεχίζαμε τη ζωή μας κανονικά. 

Όταν πάλι τους ζήτησα να μου πάρουν περούκα γιατί μόλις είχα δει την κοπέλα από το δίπλα δωμάτιο να φοράει, τρέξαμε κατευθείαν στο πιο κοντινό κατάστημα. Αγοράσαμε αυτήν με τα πιο μακριά πλούσια μαλλιά, την πιο ακριβή. Την έβαλα την επόμενη μέρα που πήγα βόλτα με τις φίλες μου. Το απόγευμα που γύρισα σπίτι ήμουν τόσο μούσκεμα στον ιδρώτα που την έβγαλα και είπα πως δεν την ξαναφοράω. Οι γονείς μου δεν προσπάθησαν να με μεταπείσουν κι ας ήξεραν ότι καραδοκούν τα αδιάκριτα βλέμματα στο δρόμο. 
Δέχτηκαν κατευθείαν αυτή μου την επιλογή και από τότε κυκλοφορούσα στον έξω κόσμο με μια μπαντάνα που δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν έχω μαλλιά. Ήμουν πολύ χαρούμενη κι εκείνοι το ίδιο. Νιώθαμε τέλεια με το κεφάλι μου. 

Υπήρξαν βέβαια και λίγα περιστατικά που οι αντιστάσεις κάμφθηκαν και ο πανικός τους κατέκλυσε... Γιατί πόσο να αντισταθούν κι αυτοί στο ανθρώπινο; 

Ένα βράδυ, ήμουν στο κρεβάτι κι έκανα μετάγγιση αίματος. Λίγα λεπτά μετά την έναρξή της έπαθα αλλεργικό σοκ. Ο κορεσμός μου έπεσε στο 30 και άρχισα να σπαρταράω. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν, το μόνο που θυμάμαι είναι τη μητέρα μου να τσιρίζει το όνομα μου, τον πατέρα μου να προσπαθεί να τη βγάλει από το δωμάτιο, τον νοσοκόμο να φωνάζει «μη χάσουμε το παιδί, μη χάσουμε το παιδί». Μάλλον πέθαινα. 

Μετά ακολούθησε μια θολούρα, ένα δυνατό φως από τις λάμπες στο ταβάνι, λίγο μαύρο και δυνατές πιέσεις από τον απινιδωτή κάτω από το στήθος μου. 

Άλλη φορά που ήρθα αντιμέτωπη με τον τρόμο στο βλέμμα τους ήταν όταν μετά το τέλος των χημειοθεραπειών, ανέβασα πάλι πυρετό. Επέστρεψα στο νοσοκομείο και η δεύτερη βιοψία έδειξε ότι ο καρκίνος είχε κάνει μετάσταση στον πνεύμονα. Ήμουν σε πολύ κρίσιμο στάδιο κι η αλήθεια είναι ότι το κατάλαβα. Τους είδα. Λύγισαν λίγο. Κοπάνησαν δυο-τρεις τοίχους, φώναξαν, έκλαψαν και μετά συνήλθαν. Ίσιωσαν. 

Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο δύσκολο είναι για τους γονείς να βλέπουν το παιδί τους να παλεύει για τη ζωή του. Πόσο επώδυνο είναι να το ακούνε να τσιρίζει όσο του τρυπάν τις φλέβες και κείνοι δίπλα να μην μπορούν να κάνουν τίποτα για να σταματήσει ο πόνος. 

Πόση θλίψη μπορεί να νιώθουν που, ενώ θα έπρεπε να μεγαλώνουν ένα δεκατριάχρονο που βγάζει στήθος, ψηλώνει, αρχίζει να φλερτάρει κι επαναστατεί, εκείνοι προσπαθούν να δώσουν λίγη χαρά σε ένα πρησμένο, γεμάτο ουλές, καραφλό κορίτσι που όλη μέρα φλερτάρει με τον θάνατο. Δεν μπορώ να συλλάβω πώς καταφέρνουν αυτοί οι άνθρωποι να μην καταρρεύσουν. 

Ακριβώς γι' αυτό μου φαίνεται μεγαλειώδες αυτό που κάνουν οι γονείς όταν το παιδί τους νοσεί βαριά. Στέκονται αφύσικοι και του επιτρέπουν τη φυσικότητά του. Αυτό έκαναν οι γονείς μου. Κρύψανε τον πόνο και τον φόβο τους, κατάπιαν τη θλίψη και την οργή τους, δεν με άφησαν ποτέ να καταλάβω –αν και πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά– πόσο έκλαιγαν και έτρεμαν. Με άφησαν να είμαι ένα παιδί που συνεχίζει να αναπτύσσεται, να μεγαλώνει ομαλά και αρμονικά με τη ζωή, λίγο διαφορετικά βέβαια, παρέα με έναν νέο φίλο, κι ένα καθετήρα να ξεπροβάλλει από το στήθος. Ήμασταν τέσσερις, ο μπαμπάς, η μαμά, εγώ κι ο καρκίνος.

 Θα ήταν αστείο να ισχυριστώ ότι οι γονείς μου με έσωσαν από τον καρκίνο. Φυσικά και δεν πάει έτσι. Υπήρξαν άριστοι γιατροί, αφοσιωμένοι νοσοκόμοι, κατάλληλες δομές, άπειρα φάρμακα, εξαιρετικοί χειρουργοί, υποστηρικτικοί συγγενείς και φίλοι. Τώρα, όμως, θέλω να μιλήσω γι' αυτό. Γιατί κι αυτό με βοήθησε να τα καταφέρω στις μάχες μου. 

Όταν η γιατρός είπε στους γονείς μου ότι το πιο πιθανόν είναι να πεθάνω, εγώ καθόμουν έξω από το ιατρείο, σε μια πολύχρωμη αίθουσα με παιδικές ζωγραφιές και παιχνίδια, βουλιαγμένη αναπαυτικά μέσα στον κίτρινο παραφουσκωμένο δερμάτινο καναπέ. Φορούσα λευκό μακρύ μπουφάν, τα μαλλιά μου έφταναν μέχρι τον ώμο, στα γόνατά μου είχα ένα μπλοκ ζωγραφικής και με ένα μαύρο μισοτελειωμένο στύλο προσπαθούσα να ενώσω τις τελείες ακολουθώντας την σειρά τον αριθμών. Ο χώρος μύριζε απολυμαντικό χεριών. 

 
 Η δημοσιογράφος της LiFO Άννα Κόκορη θυμάται την εφηβεία της με τον καρκίνο και λέει δημόσια ένα Ευχαριστώ στους γονείς της, που όχι μόνο την έφεραν στη ζωή αλλά κατάφεραν και να την κρατήσουν.









Πηγή: www.lifo.gr

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

Συγκινεί πατέρας στην Ογκολογική του Ελπίδα: Μακάρι το δικό μας πρόβλημά να ήταν ο Κορωνοϊός!

Συγκινητικό γράμμα από το Αιματολογικό-Ογκολογικό Τμήμα του «Ελπίδα» έγραψε ένας πατέρας, σε ανάρτησή του στο Facebook.
Δείτε την ανάρτηση:

Χαμογελάω με τις αναρτήσεις των γονιών που πανικόβλητοι αντιμετωπίζουν το κλείσιμο των σχολείων και των παιδικών σταθμών και την παραμονή των παιδιών τους στο σπίτι.

Ήθελα με πολλή αγάπη να τους πω να ευλογούν τη Θεία Καθημερινότητα, έστω και με τα σχολεία κλειστά, κυρίως το ότι έχουν τα παιδιά τους υγιή και στο σπίτι. Μοιάζει αυτονόητο αλλά δεν είναι.



Στη φωτογραφία είναι η πόρτα του δωματίου της κόρης μου στο Αιματολογικό-Ογκολογικό Τμήμα του «Ελπίδα». Βρίσκεται σε απομόνωση από χθες για τη δική τς προστασία καθώς έχει προσβληθεί από τον ιό γρίπης RSV (λοίμωξη του αναπνευστικού) ούσα σε οξεία ανοσοκαταστολή στο πλαίσιο της θεραπείας από τη λευχαιμία. Βρισκόμαστε στην 35η μέρα συνεχούς νοσηλείας και η λευχαιμία βρίσκεται υπό πλήρη έλεγχο επιτέλους. Ωστόσο ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς και ανηφορικός.

Με αλλά λόγια, να χαίρεστε που έχετε τα παιδιά σπίτι. Κι εγώ τα ίδια με εσάς θα έλεγα αν δεν είχαμε την εμπειρία της λευχαιμίας. Θέλω να πω, δεν κάνω τον έξυπνο. Αλλά τώρα θέλω όσο τίποτε άλλο να γυρίσει το παιδί σπίτι. Και μακάρι το πρόβλημα μας να ήταν ο κορονοιός…

Πηγή: https://www.npress.gr

Κορωνοϊός: Τα παιδιά μολύνονται όπως και οι ενήλικες αλλά χωρίς σοβαρά συμπτώματα



Όσοι είναι γονείς είναι λογικό να ανησυχούν διπλά όσο βλέπουν τις διαστάσεις που παίρνει ο κορωνοϊός παγκοσμίως. Κι όμως! Αμερικανοί και Κινέζοι ειδικοί λένε τώρα πως τα παιδιά είναι εξίσου πιθανό με τους ενήλικες να μολυνθούν από τον κορωνοϊό. Έχουν όμως μικρότερη πιθανότητα να εκδηλώσουν σοβαρά συμπτώματα.

Η νέα μελέτη είναι μία από τις πιο λεπτομερείς που έχουν δημοσιευθεί σχετικά με την εξάπλωση του ιού. Βασίζεται σε δεδομένα από την Κίνα και φωτίζει περισσότερο το ρόλο των παιδιών στη μετάδοση του ιού.

Προηγούμενες μελέτες είχαν εκτιμήσει ότι τα παιδιά έχουν πολύ μικρότερες πιθανότητες να εμφανίσουν σοβαρά συμπτώματα. Όμως έως τώρα δεν ήταν σαφές αν τα παιδιά κολλάνε πιο δύσκολα το νέο κοροναϊό ή αν ο οργανισμός τους καταπολεμά πιο αποτελεσματικά τη λοίμωξη.


Ο κορωνοϊός στα παιδιά

«Τα παιδιά είναι εξίσου πιθανό να μολυνθούν, αλλά δεν αρρωσταίνουν σοβαρά», δήλωσε ο επιδημιολόγος των λοιμώξεων Τζάστιν Λέσλερ της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς της Βαλτιμόρης. Οι ερευνητές έκαναν τη σχετική προδημοσίευση στο medRxiv.
Η μοναδικότητα της νέας έρευνας έγκειται στο ότι δεν εστίασε μόνο σε ασθενείς που μολύνθηκαν από τον ιό. Εστίασε και σε μεγάλους αριθμούς κοντινών επαφών των ασθενών. Από αυτούς, κάποιοι είχαν κολλήσει και αυτοί, ενώ άλλοι όχι. Οι Αμερικανοί και Κινέζοι επιστήμονες παρακολούθησαν:
  • 391 ανθρώπους που είχαν διαγνωστεί με τη λοίμωξη Covid-19
  • 1.286 στενές επαφές τους με βάση την αντίστοιχη ιχνηλάτηση
Διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά κάτω των δέκα ετών που εκτίθενται στον ιό, έχουν σχεδόν τον ίδιο κίνδυνο να μολυνθούν και αυτά. Από τα μικρά παιδιά που περιλαμβάνονταν στην ομάδα των στενών επαφών των ασθενών, το 7% διαγνώστηκαν στη συνέχεια με τον ιό, έναντι 8% μεταξύ των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας.



Τι λένε οι ειδικοί

Η μελέτη βρήκε επίσης ότι όσοι ζουν στο ίδιο σπίτι με κάποιον που έχει κολλήσει τον κοροναϊό και συνεπώς έχουν έλθει σε στενή επαφή μαζί του, έχουν περίπου έξι φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να μολυνθούν και αυτοί, σε σύγκριση με όσους είχαν επαφή με τον ασθενή, αλλά δεν συμβίωναν μαζί του.

«Είναι πιθανότατα η πρώτη σαφής ένδειξη ότι τα παιδιά είναι εξίσου ευάλωτα με τους ενηλίκους στη λοίμωξη από τον ιό SARS-CoV-2», δήλωσε ο επιδημιολόγος των λοιμώξεων Μπεν Κάουλινγκ του Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ.

Ερωτηματικό, σύμφωνα με τον δρα Λέσλερ, παραμένει αν τα παιδιά είναι εξίσου σημαντικά στην αλυσίδα μετάδοσης του νέου ιού. «Αυτό είναι ένα από τα τελευταία κρίσιμα σήμερα ανοιχτά ερωτήματα. Προσπαθούμε να δώσουμε μια απάντηση. Έχω ένα επτάμηνο και ένα εξάχρονο παιδί και δεν μπορώ να φανταστώ ότι, αν έχουν τον ιό, δεν θα τον μεταδώσουν σε κάποιον», ανέφερε ο Αμερικανός επιδημιολόγος.

Το όλο ζήτημα έχει γενικότερες επιπτώσεις στις προσπάθειες επιβράδυνσης της εξάπλωσης του ιού. Ανάμεσα τους και μέτρα όπως το κλείσιμο των σχολείων.


Συμπτώματα κορονοϊού
  • Πυρετός
  • Βήχας
  • Πονόλαιμος
  • Μυαλγίες
  • Αίσθημα κόπωσης
  • Δύσπνοια
  • Διάρροια
  • Εμετός

Μέτρα πρόληψης
  1. Αποφυγή επαφής των χεριών με τα μάτια, το στόμα και τη μύτη
  2. Αποφυγή κοινής χρήσης των μολυβιών, των στυλό, των μαρκαδόρων
  3. Τακτικό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό ή αντισηπτικό τουλάχιστον για 30 -60 λεπτά